Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Η Σιγή...



Καλέ μου φίλε Θανάση, νομίζω ότι αρκετά σε κούρασα με τη γκρίνια μου για την κατάσταση που έχει βρεθεί η Κοινωνία μας, μετά από δεκαετίες συνεχούς καταρράκωσης του Ορθού Λόγου. Όμως, αυτό εδώ το φτωχό μπλογκ δεν παύει να είναι μια προσπάθεια να μιλήσουμε για τον Τεκτονισμό, οπότε καλύτερα να ασχοληθούμε με κάτι που δεν θα μας μαυρίζει την ψυχή, τι λες κι εσύ;

Πολλές φορές έχουμε αντιμετωπίσει οξύτατες επικρίσεις από την αμύητη κοινωνία, σχετικά με τη σιγή που τηρούμε για τις εργασίες μας εντός Στοάς. Η συνεχής εκτόξευση παντός είδους κατηγοριών εναντίον μας, από ανθρώπους που τους είναι ευκολότερο να ανακαλύψουν ένα αποδιοπομπαίο τράγο που θα ευθύνεται για τις προσωπικές τους αποτυχίες, από το να ρωτήσουν και να μάθουν την πραγματικότητα, οφείλεται εν πολλοίς στην επιμονή μας, ως Τέκτονες, να τηρούμε τη σιγή αυτή.

Ακόμη κι εγώ, που προσπαθώ να ξεδιαλύνω κάποιες παρανοήσεις, δεν θα δεχόμουν ποτέ και για κανένα λόγο να μιλήσω αναλυτικά για τα τυπικά και τις εργασίες της Στοάς μου, θεωρώντας ότι η συμμετοχή μου σε αυτές είναι κάτι που τόσο εγώ, όσο και οι αδελφοί μου έχουμε επιλέξει με ελεύθερη βούληση και όποιος θέλει να μάθει γι αυτά δεν έχει παρά να «κρούσει τη θύρα» (ή να ψάξει λίγο περισσότερο στο διαδίκτυο).

Αυτό που μπορώ πάντως να σε διαβεβαιώσω, Θανάση μου, είναι ότι οι παρθένες συνήθως βρίσκουν πολύ πιο ευχάριστους τρόπους να διακορευτούν, από το να υποστούν κάτι τέτοιο από ένα γέρο μασόνο, εν ονόματι του Βελιάλ ή του Ασμοδαίου, όπως ισχυρίζονται διάφοροι «ξερόλες» ανά την Ελληνική Επικράτεια.

Ένας αγαπημένος και σοφός Τέκτων αδελφός είχε «χαράξει» πριν κάποιο καιρό ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον Τεμάχιο, σχετικά με την Τεκτονική Σιγή, και νομίζω ότι είναι κατάλληλο να προσπαθήσω να σου δώσω να καταλάβεις τι σημαίνει ο όρος αυτός, αναφέροντας λίγα κομμάτια από αυτή του την εργασία.

Κατά τη μύηση του νεοεισερχόμενου στον Τεκτονισμό, ο Σεβάσμιος τον ενημερώνει ότι απαιτείται «απόλυτος Σιγή», κάτι που αρχικά μπορεί να εκληφθεί από τον μυούμενο ως μια διαταγή να «βγάλει το σκασμό» (στην καθομιλουμένη) και ίσως τον ξενίζει και τον προϊδεάζει ότι θα γίνει γνώστης μυστικών που εάν γίνονταν γνωστά στην αμύητη Κοινωνία, τόσο αυτός, όσο και ο ίδιος ο Τεκτονισμός θα εκτίθεντο ανεπανόρθωτα.

Όμως δεν είναι έτσι Θανάση μου. Μέσα από τα Τυπικά και το συμβολισμό, γίνεται μια προσπάθεια να αφυπνισθεί η συνείδηση του Μυημένου, ελεύθερα και χωρίς καμία βία. Όταν κάτι τέτοιο επιτευχθεί (και ίσως χρειαστεί πολύς χρόνος γι αυτό), θα επέλθει η κατανόηση του Εαυτού και η εξεύρεση των λύσεων στα προσωπικά του προβλήματα. Μόνο τότε λοιπόν, ο Τέκτων μπορεί να αποτελέσει το φωτεινό παράδειγμα προς μίμηση για τον κοινωνικό του περίγυρο.

Η «Σιγή» που επικαλείται ο Τεκτονισμός δεν είναι τίποτα άλλο από μια επίκληση για ταπεινότητα και σεμνότητα, χαρακτηριστικά που είναι απαραίτητα στον αληθινό Μύστη, και τα οποία δεν του επιτρέπουν να δημιουργεί μάταιο θόρυβο για τιμές και διακρίσεις. Είναι δηλαδή μια υπενθύμιση ότι ο πλέον φωτισμένος είναι και ο ταπεινότερος όλων, που μέσω της Σιγής έχει κατανικήσει τα πάθη του και τις κατώτερες ορμές του και έχει αναπτύξει αυτοκυριαρχία και δυνατότητα αυτοσυγκέντρωσης και διαλογισμού. Μόνο μέσω αυτών, μπορεί ο μυημένος να μελετήσει τα σύμβολα, τις αλληγορίες και τον εσωτερικό του εαυτό.

Όπως λέει χαρακτηριστικά ο αγαπημένος αυτός αδελφός, «ο Μύστης πρέπει πάντοτε να σιωπά και να αυτοσυγκεντρώνεται, έως ότου η ψυχή του μάθει να μιλά». Η σιωπή είναι ένας μανδύας και η σιγή ένα κομποσκοίνι. Ο Μαθητής μαθαίνει να σιωπά γιατί δεν ξέρει, ενώ ο Διδάσκαλος σιωπά γιατί γνωρίζει ότι ο Λόγος, σαν δίκοπο μαχαίρι μπορεί να «λαβώσει» ή να «θεραπεύσει».

Έτσι, ανελισσόμενος κανείς στις 3 βαθμίδες του Τεκτονισμού, περνάει από την επιβολή της σιωπής στο Μαθητή, στην προσπάθεια εκφοράς λόγου του Εταίρου, η οποία όμως συνήθως δημιουργεί μόνο 'θόρυβο', και τέλος φθάνει στο επίπεδο σιγής του Διδασκάλου η οποία επιβάλλεται από τον ίδιο στον εαυτό του.

Τότε μόνον ανοίγει η μυητική ατραπός για την επικοινωνία με τον εσωτερικό μας κόσμο και την τελική βίωση του «Γνώθι σ’αυτόν».

Στις Τεκτονικές Στοές, κατά τη διάρκεια των εργασιών τους τελείται «ψυχουργία», δηλαδή κατεργασία και τελειοποίηση ψυχών, μέσα από τους μύθους, τις αλληγορίες και τα σύμβολα και η διεργασία αυτή είναι απαραίτητο να συντελείται σε περιβάλλον γαλήνης και σιωπής, μακριά από τα ανθρώπινα πάθη και ελαττώματα, όπως εκείνα της αλαζονείας και της προκατάληψης. Είναι δηλαδή η Τεκτονική Σιγή η προϋπόθεση για την τελείωση του εαυτού μας και ως τέτοια πρέπει να εκλαμβάνεται, και όχι σαν προσπάθεια να κρύψουμε δόλιους σκοπούς και επιδιώξεις από την αμύητη Κοινωνία.

Και όπως λένε τα τελευταία λόγια του Σεβασμίου, που κλείνουν τις εργασίες μας, «Υποσχεθώμεν λοιπόν, να τηρήσωμεν Σιγήν επί των σημερινών ημών εργασιών και απέλθωμεν εν Ειρήνη».

Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Σπάζοντας τον καθρέφτη...



Εκεί λοιπόν που ήμουν αραχτός στον ακάλυπτο και έπινα το φραππόγαλο  με τις 36 ζάχαρες, καλέ μου Θανάση, αποφασισμένος να κάνω «κράτει» για λίγο καιρό στις φιλοσοφικές μου εντρυφήσεις, ακούγοντας τα πουλάκια να κελαηδούν ανέμελα για τον ερχομό της Άνοιξης, ξεδιπλώνεται ξαφνικά μπροστά μου ένα κατάμαυρο μετεκλογικό σκηνικό που με κάνει να αναρωτιέμαι μήπως δεν έκανα καλά που αποφάσισα να κρατήσω στην Ελλαδίτσα μας τα 153 ευρώ και 18 λεπτά που διαθέτω στον τραπεζικό μου λογαριασμό.

Τι απίστευτος λαός είμαστε τελικά, Θανάση μου... Αφήσαμε να μας κλέβουν, να μας προσβάλλουν και να μας υποτιμούν επί 40 χρόνια και, για να τους εκδικηθούμε, αποφασίσαμε να γκρεμίσουμε το σπίτι μας!! Τουλάχιστον έτσι μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι οι κατσίκες όλων των γειτόνων μας θα ψοφήσουν…

Ως καλός Τέκτων, βέβαια, έχω τις πολιτικές μου απόψεις, αλλά δεν πρέπει να τις βγάλω στη φόρα σε ένα μπλογκ που ασχολείται με τον Τεκτονισμό. Παρόλα αυτά, δεν μπορώ παρά να διακρίνω κάποιες κοινωνικές συνιστώσες που έντεχνα κρύβονται πίσω από τα πολιτικά αποτελέσματα και να βγάλω τα συμπεράσματά μου, τουλάχιστον  για αυτές. Βλέπεις, η εκλογική ετυμηγορία ενός ολόκληρου λαού, μπορεί να οδηγήσει σε κάποια συμπεράσματα για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του.

Επί χρόνια, όλοι οι πολιτικοί σχηματισμοί στην Ελλάδα ανέκραζαν διθυραμβικές κορώνες για τη σοφία της εκάστοτε εκλογικής ετυμηγορίας του «Κυρίαρχου Λαού», τάχα ισχυριζόμενοι ότι ο λαός αυτός είναι ο ρυθμιστής των πολιτικών εξελίξεων, «μιλώντας» με καθαρή και δυνατή φωνή μέσα από τις κάλπες.

Όμως, η βασική δομική μονάδα ενός ζωντανού οργανισμού δεν παύει να είναι το απλό κύτταρο και στην περίπτωση του λαού, είναι ο Πολίτης. Για να λειτουργήσει λοιπόν με υγεία ένας οργανισμός, πρέπει όλα του τα κύτταρα να είναι υγιή και για να λειτουργήσει μία Δημοκρατία σε παρόμοιες συνθήκες, επιβάλλεται να έχει φροντίσει την υγεία όλων της των «κυττάρων».

Θα ήταν μάλλον κουραστικό για την ξεχωριστή σου ευφυΐα, Θανάση μου, να σου σκιτσάρω παραλληλισμούς των βιοχημικών διεργασιών με τη λειτουργία των αντίστοιχων κοινωνικών δομικών μονάδων. Όμως, σε παλαιότερες αναρτήσεις μου είχα υπογραμμίσει όλα αυτά τα στοιχεία που έχουν αρρωστήσει την Κοινωνία μας σε βαθμό που τίποτα πλέον δεν θα πρέπει να μας προξενεί έκπληξη.

Πολλοί από εμάς μπορεί να είμαστε κάτοχοι πτυχίων που εξέδωσαν κάποιες ανώτατες βοϊδοσχολές της ημεδαπής ή του εξωτερικού, αλλά κάτι τέτοιο, πόρρω απέχει από το να χαρακτηριστούμε ως άτομα που κατέχουν κάποια στοιχειώδη Κοινωνική Παιδεία. Και δυστυχώς, η κοινωνική μας παιδεία βρίσκεται σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο, έχοντας καταφέρει με επιτυχία να υποκαταστήσει τα τελευταία 40 χρόνια τη Λογική, το διάλογο και το σεβασμό στις αλλότριες απόψεις. Είμαστε έτοιμοι να καταφύγουμε στη λεκτική ή τη φυσική βία, προκειμένου να διασφαλίσουμε τα στενά εννοούμενα συμφέροντά μας και να επιβάλλουμε την κοσμοθεωρία μας σε κάθε «παραπλανημένο» ιδεολογικό αντίπαλο.

Στην Ελλάδα, περισσότερο από κάθε άλλη πολιτισμένη χώρα, επικρατεί ένας συνταρακτικός αριθμητικός αναλφαβητισμός, σε βαθμό που οι αριθμοί, τα στοιχειώδη δηλαδή δομικά στοιχεία της Λογικής, να μην έχουν πια καμία αξία για κανένα μας, ως εργαλεία ανάλυσης, ενώ το θυμικό μας έχει υποκαταστήσει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία θα μπορούσαμε να προβάλλουμε. «Είναι έτσι, γιατί έτσι πιστεύω».

Όλοι ανεξαιρέτως οι πολιτικοί σχηματισμοί, επί 40 χρόνια τώρα, έκαναν κάθε προσπάθεια να κατακτήσουν τις υψηλότερες δυνατές κορυφές σε σχέση με τους πολιτικούς τους αντιπάλους, όχι με τη χρήση του Λόγου, της Πειθούς, των Γεγονότων και των ψύχραιμων αντικειμενικών αναλύσεων, αλλά με την ξύλινη κομματική γλώσσα, τον Πολιτικό Δογματισμό και την ακατάσχετη λασπολογία εις βάρος των αντιπάλων. Στην προσπάθειά τους αυτή βρήκαν ένθερμους αρωγούς και υποστηρικτές όλους τους επιχειρηματίες των ΜΜΕ, οι οποίοι για τους δικούς τους λόγους προσπάθησαν (και κατάφεραν) να αλώσουν το Κράτος.

Όλοι ανεξαιρέτως οι πολιτικοί σχηματισμοί επιβράβευσαν την ήσσονα προσπάθεια, τη λοβιτούρα, την φορο-/εισφοροδιαφυγή, τα νομικά «παραθυράκια», την κομματική υποταγή, την εύνοια προς τη Μετριότητα, τα «μετρημένα κουκιά» και τα κάθε λογής παράνομα επιδόματα, μεταθέσεις, προαγωγές και διορισμούς, που θα τους εξασφάλιζαν λίγη περισσότερη εκλογική επιρροή ανάμεσα στην άβουλη και απαίδευτη μάζα που κατ’ευφημισμόν ονομάζουμε «Λαό».

Όλοι ανεξαιρέτως οι πολιτικοί σχηματισμοί, μετά τη «μεταπολίτευση», εξέθρεψαν ένα Λαό που του άξιζαν και τους άξιζε. Και έτσι, καλέ μου Θανάση, φτάσαμε στο σημείο πολλοί συμπολίτες μας να αναπολούν την «εντιμότητα» των δικτατόρων της επταετίας, ή να ψηφίζουν κόμματα που είναι ορκισμένοι εχθροί των αστικών δημοκρατιών και ονειρεύονται την αναβίωση ενός νέου Χίτλερ ή ενός «αναβαθμισμένου» Στάλιν.

Φυσικά, ούτε λόγος πια να γίνεται για πολιτική ιδεολογία στην Ελλάδα μας. Όλες οι ιδεολογικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των κομμάτων έχουν περιοριστεί στο εάν πρέπει να αποδεχθούμε ή όχι, ότι η εποχή που ζούσαμε με δανεικά παρήλθε ανεπιστρεπτί και πρέπει τώρα να φορτώσουμε το λογαριασμό στην πλάτη της επόμενης γενιάς, αυτής των 400 ευρώ, που θα κληθεί να πληρώσει για τα εορτοδάνεια και τα διακοποδάνεια που κάναμε για να αγοράσουμε από τρίτο χέρι εκείνο το 5-λιτρο Καγιέν.

Μόνιμη επωδός της Τεκτονικής Αδελφότητας, καλέ μου φίλε, είναι ότι ο Τέκτων προσπαθεί να αλλάξει την Κοινωνία «δια του παραδείγματος». Έτσι, για πάρα πολλά χρόνια σιωπήσαμε και αφήσαμε κάθε λογής φανατικό και περιθωριακό στοιχείο να μας κατηγορήσει για κάθε τι κακό συνέβαινε στην Κοινωνία μας.

Και δυστυχώς Θανάση μου, αποδείχθηκε ότι ακόμα και το «παράδειγμα» είναι συνάρτηση των εκάστοτε κρατουσών κοινωνικών αντιλήψεων.

Και αποδείχθηκε τελικά ότι το «παράδειγμα» του φανατισμένου «Ελληναρά» που χάιδευε τα αυτιά του κόσμου με μπούρδες περί φυλετικής ανωτερότητας, ή του μεγαλομανάβη που τα ακούμπαγε «χοντρά» για «πρώτη ξαπλώστρα κύμα» στην Ψαρού, υπήρξαν πολύ ισχυρότερα από το παράδειγμα της ταπεινοφροσύνης, της αυτογνωσίας, της ευγένειας και του ορθολογισμού του σιωπηλού Τέκτονα αδελφού.

Σπάσαμε τους καθρέφτες που βλέπαμε τους εαυτούς μας, Θανάση μου, κι έτσι εξασφαλίσαμε τα 7 χρόνια γρουσουζιάς που μας αναλογούν…